Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2008

43. Σ' αγαπώ



Καθόμουν στον καναπέ μου και κοίταζα στην ατζέντα μου το αυριανό πρόγραμμα. Στην τσάντα μου είχα ξεχασμένη και μια παλιότερη. Την έβγαλα και την ξεφύλλισα και εκεί πάνω στο ψάξιμο έπεσα σε μια ημερομηνία: 25 Φεβρουαρίου. Δίπλα ακριβώς είχα σχηματίσει μια καρδούλα. Τι ρομαντική που είχα γίνει! Εγώ μια σοβαρή κοπέλα να κάθομαι και να σχεδιάζω καρδούλες σαν μαθητριούλα. «Όταν η τύχη δεν σε θέλει» σκέφτηκα. Η ημερομηνία αυτή αντιπροσώπευε το βράδυ εκείνο στον ‘Άδωνη’ που είπαμε να δώσουμε μια ευκαιρία στους εαυτούς μας και να προχωρήσουμε την απλή φιλική σχέση στο επόμενο επίπεδο μιας και ήδη στις καλοκαιρινές μας διακοπές φαινόταν ότι η φιλία μας, ήταν κάτι παραπάνω από φιλία. Όμως τι έμεινε τελικά; Μόνο μια ημερομηνία και μια καρδούλα να φωνάζει πως ότι είχε συμβεί ήταν απλά ένα παιχνίδι της καρδιάς!
Είχα κρατήσει το ημερολόγιο της περασμένης χρονιάς που αποτελούσε ένα είδους αρχείο μιας και σε αυτό σημείωνα τα πάντα που αφορούσαν στην δουλειά μου: ρεπορτάζ, ημερομηνίες εκδηλώσεων, ηχογραφημένα, τηλέφωνα, μισθοδοσία. Τελικά είχαν περάσει δύο χρόνια κι από αυτά τα δύο χρόνια πέρα απ’ την δουλειά αυτό που είχα εισπράξει και ήταν πολύ ισχυρό μέσα μου, ήταν ένα δυνατό συναίσθημα: αγαπούσα τον Στράτο. Και τον αγαπούσα γιατί με τον τρόπο του με έκανε να ξεχάσω αμέσως τον Γιώργο. Τον αγαπούσα γιατί ο τρόπος του με παρέσυρε σε μοναδικές στιγμές που ποτέ δεν φανταζόμουν ότι θα ζούσα κι ότι όλα αυτά συμβαίνουν μόνο στα μυθιστορήματα. Τον αγαπούσα και δεν είχα προλάβει να του το εκφράσω από κοντά παρά μόνο σε εκείνα τα γράμματα που του έστελνα όντας φαντάρος και που το χειρόγραφο «σ’ αγαπώ» δεν έχει την δύναμη που έχει όταν το λες και σε βλέπει να το αισθάνεσαι ο άλλος. Δεν είχα τολμήσει να το κάνω. Ήταν πολύ νωρίς για να το εξωτερικεύσω. Πάλευα με τον κόσμο μου και τα συναισθήματά μου. Δεν ήμουν σίγουρη για τον εαυτό μου. Και τώρα που η επαφή μου μαζί του είναι μηδενική, η αγάπη αυτή είναι πιο δυνατή από οτιδήποτε άλλο στον κόσμο.
Δεν ξέρω αν δεν βρισκόταν ο Στράτος στον δρόμο μου, πως θα ήταν η ζωή μου. Δεν ξέρω αν θα υπήρξε κάποιος άλλος ή θα έμενα κολλημένη στον Γιώργο ελπίζοντας στο τίποτα. Τον αγαπούσα και θυμάμαι ότι είχα βρει την στιγμή που έπρεπε να του το πω. Ίσως επειδή ποτέ άλλοτε δεν θα μας δινόταν η ευκαιρία να μείνουμε μόνοι. Φοβόμουν ότι αν δεν το έκανα θα ένιωθα παγιδευμένη στα συναισθήματά μου. Ήθελα να το ξέρει κι ας μην γινόταν τίποτα.

Είχε πάρει το απολυτήριό του απ’ τον στρατό. Μου τηλεφώνησε να μου το ανακοινώσει γεμάτος χαρά. Στο βάθος αυτό με πλήγωνε, γιατί και πάλι θα ήταν απών απ’ την ζωή μου αλλά παρών στην ζωή της Δανάης. Με προσκάλεσε για καφέ στο σπίτι του. Μου ζητούσε να με δει, να τα πούμε. Τι να έχει άραγε να πει κανείς με κάποιον άλλον που η ζωή του έχει αλλάξει ρότα; Του ευχήθηκα ‘καλός πολίτης’ όλη χαρά. Προσποιητή χαρά από τηλεφώνου. Άνετη. Σαν καλή φίλη. Ήθελα να καταλάβει πως δεν ήμουν πια μέρος της ζωής του και ότι ποτέ δεν θα του ήμουν εμπόδιο. Άλλωστε δεν ήταν του χαρακτήρα μου να αντιδρώ έτσι. Ποια ήμουν εγώ να του βγαίνω συνεχώς μπροστά; Τι θα κέρδιζα; Απλά μια χαμένη αξιοπρέπεια και την ταμπέλα της ενοχλητικής. Προσπάθησα να του εξηγήσω πως είχα δουλειά. Η αλήθεια είναι ότι δεν θα αισθανόμουν άνετα αν δεχόμουν. Ήταν πολύ χαρούμενος που με άκουγε και επέμενε. Δεν άκουγε καμιά δικαιολογία. Με έπεισε και δέχθηκα.
Κλείνοντας το τηλέφωνο συνειδητοποίησα πως η επίσκεψη αυτή ήταν η πιο δύσκολή μου στιγμή. Ήδη ένιωθα τα πόδια μου βαριά. Ασήκωτα. Πώς να πάω; Θα είναι μόνος; Όμως ήθελε να μιλήσουμε, μάλλον θα ήταν μόνος. Τι να είχε να μου πει; Τι είχε μείνει πια να πούμε εμείς οι δύο;
Σηκώθηκα και πήγα και στάθηκα μπροστά στον καθρέπτη του μπάνιου. Η εικόνα μου ήταν θλιμμένη. Απομεινάρι της όλης ιστορίας. Θαμπό πρόσωπο, κουρασμένο. Δεν είχε μείνει κανένα σημάδι της λάμψης που έβγαινε όποτε τον έβλεπα. Δεν είχα λόγο να λάμπω. Πνιγόμουν στην καθημερινότητά μου, πίσω από ένα μικρόφωνο και τα χαρτιά μου με τις ειδήσεις και τους δίσκους της μουσικής. Τραβηγμένα θαμπά μαλλιά πίσω σε μια αχτένιστη αλογοουρά, γρήγορη λύση για να μην χαζεύω τον εαυτό μου στον καθρέπτη. Όλο αυτό θα έπρεπε να αλλάξει. Έβγαλα το λάστιχο που κρατούσε σε κοτσίδα τα μαλλιά μου και τα άφησα να πέσουν στους ώμους. Ήταν αδύναμα. Κουρασμένα. Δεν ήμουν εγώ αυτή η εικόνα που αντίκριζα στον καθρέπτη. Έπρεπε κάπως κάτι να κάνω αμέσως τώρα.

Στο σπίτι του με υποδέχθηκε η αδερφή του. Έτρεμα σύγκορμη πως αυτός που θα άνοιγε την πόρτα θα ήταν ο Στράτος και δεν ήξερα πώς να τον χαιρετήσω. Τι να του πω. Η Βάνα με την συμπεριφορά της με έκανε να αισθανθώ πιο άνετα και να ξεχάσω προς στιγμήν πως ήμουν σε ξένο έδαφος. Ήταν αρκετά συζητήσιμη τονίζοντάς μου πως ήμουν στις ομορφιές μου. Δεν ξέρω τι είχα καταφέρει μένοντας ώρες μπροστά στον καθρέπτη να φτιάξω την εικόνα μου. Μάλλον κάτι είχα κάνει για να κάνει θετική παρατήρηση η Βάνα. Την ρώτησα δειλά-δειλά που ήταν ο αδερφός της και μου είπε πως ήταν επάνω στο δωμάτιο του κι ετοιμαζόταν κι ότι θα κατέβαινε σε λίγο. Με άφησε για λίγο να πάει να μου φτιάξει καφέ. Περίμενα. Δεν ήξερα τι περίμενα. Την Βάνα ή τον Στράτο; Ή μήπως όλο αυτό ήταν μια φαρσοκωμωδία;
- Μαρίνα! Επιτέλους! Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω.
Ακούστηκε η φωνή του Στράτου που κατέβαινε τις σκάλες απ’ τον επάνω όροφο που ήταν τα υπνοδωμάτια. Κατέβηκε γρήγορα και με δυο δρασκελιές ήρθε και με υποδέχθηκε με δυο φιλιά στα μάγουλα. Χαμογέλασα.
- Κι εγώ χαίρομαι. Καλός πολίτης. Του είπα κι απομακρύνθηκα από κοντά του.
Έκατσα και πάλι στην πολυθρόνα μου, αποφεύγοντας τον καναπέ. Δεν ήθελα να κάτσει κοντά μου. Ήταν προτιμότερο να κρατήσω την απόσταση μεταξύ μας.
- Ευχαριστώ. Τώρα θα βαρεθείς να με βλέπεις. Μου είπε.
Χαμογέλασα λέγοντας ένα ‘ναι’ σαν απάντηση. Έτσι σαν επιβεβαίωση στο μεγάλο ψέμα του. Δεν γινόταν να τον βλέπω συχνά. Δεν υπήρχε τέτοια περίπτωση. Και η επιβεβαίωση ήδη, κατέβαινε τις σκάλες. Η Δανάη! Κατέβαινε νωχελικά τις σκάλες κρατώντας δύο φλιτζάνια του καφέ, ρίχνοντας μου ένα μισητό βλέμμα. Ήδη με έκανε να αισθανθώ παρείσακτη. Ήθελα να φύγω. Πέρασε δίπλα απ’ τον Στράτο κοιτώντας τον θυμωμένα κι άφησε τα φλιτζάνια στην τραπεζαρία. Τον πλησίασε και κόλλησε επάνω του. Ο Στράτος έκατσε στον καναπέ. Ήθελε να μάθω πως ήμουν, τι έκανα και γενικώς διάφορα για την καθημερινότητά μου. Η Δανάη τον πλησίασε και κάθισε στο μπράτσο του καναπέ ρίχνοντας το σώμα της κοντά στον Στράτο. Ούτε μισό χαμόγελο δεν έβγαλε. Έτσι για το τυπικό που υπήρχε απέναντί τους μια επισκέπτρια. Έτρεμα ολόκληρη. Η εικόνα τους αυτή με πλήγωνε. «Αχ Στράτο. Γιατί με παίζεις έτσι;» σκέφτηκα ρίχνοντας το βλέμμα μου τριγύρω στον χώρο, όσο εκείνος μου μιλούσε για τις τελευταίες μέρες της θητείας του στο πεντάγωνο. «Δεν πρέπει να μείνω εδώ. Η Βάνα γιατί αργεί; Πρέπει κάτι να κάνω. Να φύγω». Τα πόδια μου έτρεμαν. Κρύωνα. Η εικόνα τους ήταν ένα ντους με πάγο. Η Δανάη με την στάση της επιβεβαίωνε την κυριότητά της ως προς τον Στράτο. Ήταν δικός της κι εγώ μάλλον ήμουν η απειλή. Δεν ήμουν, αλλά έτσι ένιωθα. Κάθε κίνησή της, κάθε βλέμμα της με επιβεβαίωνε. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί αφηνόμουν να με επηρεάζει ο αρνητισμός της απέναντί μου. Από ευγένεια φρόντιζα τα λόγια μου να είναι μετρημένα. Έδειξα κάθε φιλική διάθεση και το έκανα για εκείνη. Χαμογελούσε συγκρατημένα κι αρνούμενη να συμφιλιωθεί με την δική μου παρουσία. Δεν ήξερα πια τι άλλο να κάνω. Ο Στράτος σηκώθηκε και της ζήτησε να τον ακολουθήσει. Στάθηκαν στην τραπεζαρία πιο κει και κάτι της ψιθύριζε στο αυτί. «Τι δουλειά έχω εγώ εδώ μέσα; Γιατί δεν σηκώνομαι να φύγω;». Ένοιωθα να με έχουν παραγκωνίσει. Με κάλεσε να τον επισκεφθώ ο Στράτος και να που θα έπρεπε να λείψει:
- Πάω λίγο κάτω, γιατί κάτι με θέλει ο πατέρας μου κι έρχομαι. Πείτε τα με την Δανάη εσείς.
Του χαμογέλασα. Τι είχα να πω εγώ με την Δανάη; Εκείνη κάθισε στην τραπεζαρία γυρνώντας μου την πλάτη της. Σηκώθηκα απ’ την πολυθρόνα και περιεργαζόμουν τα μικροαντικείμενα και τις φωτογραφίες που υπήρχαν στο σύνθετο και στα τραπεζάκια. Η Βάνα έφτασε εγκαίρως:
- Τα λέτε; Ρώτησε και μου έδωσε τον καφέ μου.
Μου έκανε νόημα να πλησιάσω στην τραπεζαρία. Έκατσε δίπλα στην Δανάη κι εγώ απέναντί τους. Η Δανάη κάπνιζε νευρικά. Έδειχνε ολόκληρη πως η παρουσία μου της δημιουργούσε εκνευρισμό. Η Βάνα άρχισε να της λέει για το ποια είμαι, τι δουλειά κάνω και λοιπά. Χαμογέλασε από υποχρέωση. Τι να πει; Ήμουν το κόκκινο πανί μπροστά της και δεν καταλάβαινα με τίποτε το γιατί. Δεν ξέρω πόσα πράγματα ήξερε για μένα και τον Στράτο και τι είχε μπαλώσει ο ίδιος ο Στράτος, όμως η Δανάη ήθελε με κάθε τρόπο να με διώξει από μπροστά της.
- Εμένα με συγχωρείτε, πάω ν’ αλλάξω γιατί πρέπει να βγω. Είπε η Βάνα χαμογελώντας μου και μας άφησε μόνες.
Η Δανάη κι εγώ. Η μία απέναντι στην άλλη. Δεν είχα κάτι να πω. Δεν ήξερα μάλλον τι να πω. Από πού να αρχίσω για να σπάσω αυτό τον πάγο.
- Ξέρεις πολύ καιρό τον Στράτο; με ρώτησε αμέσως εκείνη.
Μου έκανε εντύπωση που δεν γενίκευσε την ερώτηση «ξέρεις καιρό τα παιδιά» και αναφέρθηκε μόνο σε εκείνον.
- Από μικρό παιδί τον ξέρω.
- Άρα τον ξέρεις και πολύ καλά.
- Αρκετά καλά. Της είπα.
Δεν γινόταν να τον ξέρω πολύ καλά, αφού μόλις πριν δυο χρόνια άρχισα να τον μαθαίνω καλύτερα. Δεν ήξερα όμως και που αποσκοπούσε η ερώτηση. Ίσως να ήθελε να μάθει αν τον ήξερα καλά σαν… σχέση. Όμως πώς να προλάβω να τον μάθω αφού αυτή ήταν η αιτία που δεν προχώρησε τίποτε; Γιατί εγώ να δείχνω υποχωρητική απέναντί της και να έχω δεχθεί την επιλογή του Στράτου κι εκείνη αντί να κάνει το ίδιο, μου δείχνει τον αποτροπιασμό της; «Δεν πρέπει να μείνω άλλο εδώ. Που είσαι Στράτο;». Ήθελα να φανεί για να τον αποχαιρετήσω. Θα έλεγα πως πέρασα για λίγο να τους δω και θα έφευγα. Δεν γινόταν να μείνω περισσότερο. Η ατμόσφαιρα ήταν ήδη βαριά.
- Μου είχε μιλήσει για σένα ο Στράτος. Είπε η Δανάη βγάζοντας με απ’ τις σκέψεις μου.
- Ναι; Φαντάζομαι να είπε καλά λόγια! Της είπα και γέλασε.
Δεν μπορούσα να φανταστώ τι ακριβώς ήξερε για μένα, αφού προηγουμένως η Βάνα άρχισε να της μιλά για μένα και να της λέει για πιο καθημερινά πράγματα.
- Εσύ πως τα πας μαζί του; Ρώτησα.
- Πολύ καλά. Είναι η τέλεια σχέση. Είπε με στόμφο.
Ήταν σαν με τα λόγια της αυτά ήθελε να με στριμώξει και να μου τα τρίψει στην μούρη.
- Μακάρι. Ο Στράτος είναι φιλότιμο παιδί και δεν αξίζει να πληγωθεί. Της είπα.
Δεν απάντησε. Άναψε τσιγάρο. Δεν ήθελα τα λόγια μας είναι τόσο επιδεικτικά. Άλλωστε με στενοχώρησε ήδη το ότι οι δυο τους είχαν την ‘τέλεια σχέση’ και εγώ δε θα έπρεπε να είμαι στο στάδιο της ‘τέλειας φιλίας’. Εκείνη την στιγμή ήταν σαν είχε χώσει ένα μαχαίρι στην καρδιά μου και να το γύριζε με κάθε λέξη της, για να με πληγώνει συνέχεια και να αιμορραγώ. Αιμορραγούσα αλλά το υπόμενα. Αποφάσισα να γυρίσω την κουβέντα μας σε ποιο συνηθισμένες ερωτήσεις. Από πού ήταν, με τι ασχολιόταν και λοιπά. Έδειξε άνεση και άρχισε να μιλά για την ίδια: είχε έρθει απ’ την Αθήνα για μόνιμη πια εγκατάσταση στα μέρη μας, ότι λάτρευε τους γονείς της και εκείνοι της έκαναν όλα τα χατίρια, ότι είχε τελειώσει πια το λύκειο και σκεφτόταν να πάει σε κάποια ιδιωτική σχολή Πληροφορικής αλλά προς το παρόν ήθελε να τελειώσει με τα αγγλικά της μήπως και κατάφερνε να πάρει το proficiency κι ότι τον Στράτο τον γνώρισε στην πενταήμερη του λυκείου της στην Ρόδο και ήταν ξετρελαμένη μαζί του.
- Αν καταλήξει σε κάτι πιο σοβαρό η σχέση μας, ίσως να μην κάνω τίποτε απ’ όλα αυτά. Ολοκλήρωσε την κουβέντα της.
Χαμογέλασα. Στην ουσία ήθελα να ξεσπάσω σε γέλια με την τελευταία της φράση. Δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω ότι ήταν τόσο σοβαρή η σχέση τους που να μιλάνε και για …γάμο! Πότε πρόλαβαν; Ή ήταν απλώς ένα καρφί για να μου δώσει να καταλάβω ότι δεν υπήρχε περίπτωση ο Στράτος να γυρίσει σε μένα;
- Κοίτα το να αμελήσεις κάποιες προτεραιότητες για το μέλλον σου δεν είναι και η καλύτερη επιλογή. Προχώρησε όσο είναι καιρός να αποκατασταθεί κι ο Στράτος επαγγελματικά και μετά βλέπετε που είστε και προχωράτε. Της είπα σαν καλή φίλη.
- Δεν έχει πρόβλημα ο άντρας μου. Προσαρμόζεται εύκολα!
Η τελευταία της κουβέντα μου κακοφάνηκε. Ένα πράγμα που μάλλον αρνιόταν να δεχθεί ήταν η ‘προσαρμοστικότητα’ του Στράτου, ότι δεν ήθελε πιέσεις. Όσο απέφευγε να το δει θα καταλάβαινε ότι ο ‘άντρας’ της δεν θα ήταν για πολύ ο ‘άντρας’ της! Ο Στράτος ήμουν σίγουρη ότι της έδινε τον χρόνο να τον καταλάβει και να τον μάθει, αλλά μάλλον η ίδια ήθελε να τον πλάσει όπως αυτή ήθελε και μάλλον με βάση το χρονοδιάγραμμά της!
- Θα μου επιτρέψεις να διαφωνήσω εδώ. Της είπα. Αυτό που ξέρω είναι ότι δεν θέλει πιέσεις. Για να προσαρμοστεί σε κάτι χρειάζεται τον χρόνο του κι αν δεν τον έχει, αντιδρά και πολλές φορές επιπόλαια.
Με κοίταξε στα μάτια σαν μην με καταλάβαινε. Εγώ εκείνη την στιγμή της έδινα να καταλάβει ότι στην σχέση δυο ανθρώπων μετρά και η υποχωρητικότητα, αλλά μάλλον η ίδια δεν ήταν σε θέση να κάνει έστω μισό βήμα πίσω.
- Θα είμαι πάντα δίπλα του. Μου απάντησε.
- Έτσι πρέπει. Να τον βλέπεις σαν τον καλύτερο σου φίλο και να τον βοηθάς όποτε δεις ότι το χρειάζεται. Αν το κάνεις αυτό, γίνεται χαλί να τον πατήσεις. Εκτιμά την φιλία πάρα πολύ.
Αυτό το τελευταίο έκανε πως δεν το άκουσε. Την είχε πιάσει μια απίστευτη νευρικότητα ξαφνικά κι έπινε μεγάλες γουλιές απ’ τον καφέ της και κάπνιζε συνέχεια. Κοίταξε γύρω της. Ο Στράτος κι η Βάνα μας είχαν αφήσει εκεί μόνες και είχαν χαθεί. Η Δανάη δεν μπορούσε να με ανεχτεί άλλο. Φαινόταν. Ποια ήμουν εγώ να της μιλήσω για το πώς να βλέπει τον Στράτο; Όπως ήθελε θα τον έβλεπε. Και φίλο κι άντρας της κι ότι ήθελε. Εγώ δεν είχα θέση στην ζωή τους.
- Τα λέτε εσείς οι δυο; Ακούστηκε ο Στράτος πλησιάζοντάς μας.
Χαιρόταν που μας έβλεπε να κουβεντιάζουμε ‘αγαπημένες’ και δεν ξέρω αν είχε στήσει αυτί να ακούει ο ίδιος το τι λέγαμε και αν τελικά μαλλιοτραβιόμασταν. Εκείνος κάθισε δίπλα στην Δανάη κι εκείνη έριξε τον ώμο της στο στήθος του για να την αγκαλιάσει. Μου έδειχνε πως ο Στράτος ήταν ολοδικός της κι όποια γνώμη κι αν είχα δεν μετρούσε ανάμεσά τους. Δεν χάρηκα καθόλου που ο Στράτος με είχε καλέσει στο σπίτι του για να κουβεντιάσουμε και τελικά με άφησε μόνη με την Δανάη. Σηκώθηκα:
- Εγώ πρέπει να πηγαίνω. Πέρασα μόνο για να σου ευχηθώ κι έχω δουλειά να κάνω.
Ο Στράτος πετάχτηκε απ’ το κάθισμά του μην υπολογίζοντας ότι επάνω του είχε κολλήσει η Δανάη. Εκείνη τραβήχτηκε και τον κοίταξε με θυμωμένο ύφος:
- Που πας; Δεν είπαμε κερνάω καφέ; Μου είπε ο Στράτος.
- Ήπια καφέ. Μου έφτιαξε η Βάνα.
- Αυτό είναι άλλο. Κάτσε κάτω και δεν πας πουθενά. Θα έρθεις μαζί μας.
- Όχι Στράτο. Άστο για άλλη φορά. Είπα και προχώρησα προς την εξώπορτα.
- Μαρίνα σε παρακαλώ. Είπε θυμωμένος και έκανε να κλειδώσει την πόρτα.
«Γιατί το κάνεις αυτό; Άσε με να φύγω. Μη με σκοτώνεις άλλο» σκέφτηκα κοιτάζοντάς τον. Με το βλέμμα του μου πρότεινε να καθίσω στο κάθισμά μου. Το έκανα. Η Δανάη δεν έβγαλε την παραμικρή κουβέντα. Πως άλλωστε; Δεν με ήθελε στην παρέα τους και σήμερα που ήταν η πρώτη του μέρα σαν πολίτης τον ήθελε ολότελα δικό της και μακριά από όλους.
- Βρε Μαρίνα κάτσε να βγούμε όλοι μαζί για καφέ. Παρέα θέλω κι εγώ μέχρι να συναντηθώ με τον Γιώργο.
Εγώ δεν φανταζόμουν ότι ο καφές ήταν μια έξοδος για καφέ. Έκανα το χατίρι της Βάνας. Τα δυο αδέρφια επέμεναν και δεν ήθελαν να φύγω. Ίσως επειδή με υπολόγιζαν σαν καλή τους φίλη.



Τελικά ακολούθησα. Η Βάνα είχε περάσει το χέρι της απ’ το μπράτσο μου και προχωρούσαμε παρέα σαν κολλητές. Μπροστά μας ο Στράτος είχε αγκαλιά την Δανάη και προχωρούσαν χαζεύοντας βιτρίνες. Ζήλευα! Ανάθεμα ζήλευα πάρα πολύ. Ίσως στην θέση της να ήμουν εγώ αν έστω για λίγο ο Στράτος με σκεφτόταν όπως μου έγραφε. Δεν χάρηκα πράγματα μαζί του. Ούτε την στιγμή που είχε πάρει την μετάθεση στο πεντάγωνο. Περίμενα πως και πώς να έρθει πιο κοντά, αλλά δυστυχώς η τύχη μου γύρισε την πλάτη και πάλι. Η Βάνα μου μιλούσε για τον Γιώργο και την σχέση τους. Ήταν πολύ καιρό μαζί αλλά ήταν και λίγο συντηρητικός. Όταν απομακρύνθηκαν αρκετά ο Στράτος με την Δανάη τότε κι η Βάνα μου εξομολογήθηκε πως δεν συμφωνούσε με την επιλογή του Στράτου. Υπήρχε κάτι στην Δανάη που δεν της άρεσε, δεν ήξερε αν ήταν ο χαρακτήρας της ή η συμπεριφορά της ή το βλέμμα της. Για την ώρα δεν μπορούσε να πει τίποτε στον Στράτο. Άλλωστε δεν της άρεσε να κάνει κι ο αδερφός της τα ίδια στην σχέση της με τον Γιώργο. Αν και πολλές φορές της είχε μιλήσει και της είχε ζητήσει να φύγει μακριά του. Είδε όμως ότι ήταν δεμένοι και δεν της ξαναμίλησε, αλλά πάντα είχε τον νου του όταν έβλεπε την αδερφή του στενοχωρημένη από κάποια επιπολαιότητα του Γιώργου. Την άκουγα να μου μιλά και να μου λέει για πράγματα δικά της και δεν ξέρω πως της έβγαινε αυτή η εμπιστοσύνη προς εμένα. Δεν με ήξερε καλά. Όμως το ενδιαφέρον της στράφηκε προς εμένα και ήθελε να μάθει κι άλλα για μένα. Δεν ξέρω τι ήξερε. Πόσα ήξερε ή τι της είχε πει ο Στράτος. Αλλά μου έκανε εντύπωση όταν μου είπε πως ήθελε να γνωρίσει καλύτερα την «καλύτερη φίλη» του αδερφού της. Τι να της πω; Ίσως ήταν μια ευκαιρία να εξομολογηθώ την έννοια μου για τον αδερφό της, αλλά δεν μπορούσα να το κάνω. Σαν κόμπος στεκόταν στον λαιμό μου και δεν έλεγε να βγει. Το άφησα. Δεν είχε νόημα να κάτσω και να μιλάω. Το τι αισθανόμουν εγώ ήταν πρόβλημα δικό μου και κανενός άλλου. Έστρεψα την κουβέντα σε γενικότητες, για την δουλειά, το πώς περνάω τον ελεύθερο χρόνο μου και για σχέσεις… Τίποτα. Δεν είχα κάτι να της πω. Ούτε καν και για τις γνωριμίες μου. Αμέσως μου ήρθε στο μυαλό ο Δημήτρης. Πως είχε ξεκινήσει αυτή η παράδοξη γνωριμία και μετά την άρνηση μου στην πρόταση γάμου, εξαφανίστηκε! Μάλλον πρέπει να τα είχε βρει με την Μαρία του. Σαν να διάβασε την σκέψη μου ο Στράτος γύρισε και με κοίταξε. Του χαμογέλασα. Η Δανάη τον σκούντησε και του έδειξε κάτι σε μια απ’ τις βιτρίνες κι έστρεψε το βλέμμα του εκεί. Έκανε ότι μπορούσε η κοπέλα του προκειμένου να μη ρίχνει καν τυχαίο βλέμμα σε μένα. Η Βάνα γελούσε ενοχλημένη για την συμπεριφορά αυτή και την πείραζε λέγοντάς της πως αν δεν βρει δουλειά ο αδερφός της δεν πρόκειται να της χαρίσει το παραμικρό. Κανείς τους δεν ασχολιόταν με τα σχόλια της Βάνας. Ο Στράτος ειδικά το έκανε από αντίδραση: η σιωπή του προς απάντησή της. Στο βάθος ήξερε ότι η Βάνα είχε δίκιο.
Βρήκαμε τον Γιώργο λίγο πιο κάτω να περιμένει υπομονετικά την Βάνα. Χάρηκε όταν με είδε. Ξαφνιάστηκε αλλά χάρηκε. Δεν ξέρω. Ίσως να μην περίμενε να με δει με τους υπόλοιπους μαζί. Ίσως κι αυτός κάτι να ήξερε για την σχέση μου με τον Στράτο. Και πόσα άραγε να ήξερε κι αυτός; Με ρώτησε για τον αδερφό μου’ τι κάνει – που βρίσκεται – πότε θα τον δούμε. Μου πρότεινε να κανονίσουμε να πάμε διακοπές όλοι μαζί παρέα’ στο μέρος που άρχισαν όλα. Χαμογέλασα στον Γιώργο κι ανατρίχιασα στην σκέψη ότι αν γινόταν κάτι τέτοιο τότε σίγουρα ο Στράτος θα είχε και την Δανάη μαζί του. Όχι-όχι. Δεν ήθελα να συμβεί κάτι τέτοιο. Εκείνο το μέρος ήταν για μας τους δύο: για μένα και τον Στράτο. Δεν θα μπορούσα με τίποτε να περνάω απ’ τα μέρη που περνούσαμε και στην παρέα να ακολουθεί αυτός με την Δανάη. Θα ήταν σαν να εξαπατούσε κάθε ανάμνηση και κάθε στιγμή μας.
- Έλα πάμε! Άκουσα την φωνή του ξαφνικά.
Τον κοίταξα που είχε αγκαλιά την Δανάη και έκανε νόημα σε μένα να τους ακολουθήσω. Χαιρέτησα την Βάνα και τον Γιώργο λέγοντας πως όταν ερχόταν το καλοκαίρι κάτι θα κανονίζαμε και έφυγα. Η Δανάη αγριοκοίταζε πότε τον Στράτο και πότε εμένα.. Φάνηκε να του τραβά το μανίκι να μην με ξαναφωνάξει. Δεν με ήθελε στην παρέα τους. Κι είχε δίκιο. Τι δουλειά είχα εγώ μαζί τους τώρα; Ξαφνικά βρέθηκα με τους δυο τους. Σαν σκυλάκι να τους ακολουθώ και να μην μπορώ να κάνω πίσω. Πίστεψα πως θα ήμασταν όλοι μαζί παρέα και ξαφνικά η Βάνα με τον Γιώργο έφυγαν για αλλού κι εγώ βρέθηκα να μην ξέρω ποιον θα ακολουθούσα. Αλλά η Βάνα μάλλον είχε διαχωρίσει την θέση της ως προς την συγκέντρωση φίλων που είχε κανονίσει ο αδερφός της. Αισθανόμουν απαίσια. Δεν έπρεπε να δεχθώ την πρότασή του για καφέ και να έφευγα απ’ το σπίτι αμέσως την στιγμή που ξεκινήσαμε όλοι για την έξοδο. Τι θα έκανε τότε ο Στράτος; Δεν υπήρχε περίπτωση να τρέξει ξωπίσω μου για να με πείσει να τους ακολουθήσω. Τι χαζή που ήμουν και δεν το σκέφτηκα. Και τώρα θα έπρεπε να τους υπομένω, με χαμόγελο και φιλική διάθεση’ παρά την θυμωμένη συμπεριφορά της Δανάης ως προς τον Στράτο.
Ακολουθούσα δίπλα στον Στράτο σε μια απόσταση προκειμένου να δείξω στην Δανάη πως δεν είχα πρόθεση να της δημιουργήσω πρόβλημα κι ας εκείνη ενώ το έβλεπε αρνιόταν να το δει! Φτάσαμε στην καφετέρια που είχε κανονίσει με τους φίλους του ο Στράτος να μαζευτούμε όλοι. Είχαν κάτσει έξω σε ένα τραπέζι για καμιά δεκαριά άτομα. Άνοιξη ήταν κι οι περισσότεροι προτιμούσαν να απολαύσουν βραδιές με …τραπεζάκια έξω! Στριμωχτήκαμε πως και πως απ’ την πολυκοσμία κι έτσι εγώ βρέθηκα να κάθομαι δίπλα στον Στράτο και η Δανάη απέναντί μας δίπλα σε δυο γνωστούς της φίλους. Δεν της άρεσε έτσι όπως είχαμε κάτσει, αλλά η ίδια είχε επιλέξει να κάτσει εκεί με τους άλλους αφήνοντας τον Στράτο πίσω. Παρόλα αυτά ναι μεν ήταν απέναντί μας δεν έπαψε να του θυμίζει την παρουσία της στριμώχνοντας τα πόδια της στα δικά του κι εκείνος με την σειρά του κολλούσε τον μηρό του στον δικό μου! Θέατρο του παραλόγου!
Καθόμουν εκεί σαν απλή ακροάτρια. Τι να πω άλλωστε; Παρά τις συστάσεις όλοι τους μου ήταν άγνωστοι. Ο Στράτος κουβέντιαζε με όλους, η Δανάη συμμετείχε γιατί τους ήξερε όλους και παρά την προσπάθεια του Στράτου να με βάλει και μένα στην συζήτηση τους κανένας δεν έδειξε να με ακούει. Με πρόσεξαν μόνο όταν ο Στράτος τους είπε ότι εργαζόμουν σε ραδιόφωνο και τότε όλοι έδειξαν να τους φαίνεται η φωνή μου γνωστή. Σκούντησα με το πόδι μου το πόδι του Στράτου προκειμένου να μην το συνεχίσει. Όταν κάποιοι ενδιαφέρονται για κάποιον καινούριο στην παρέα τους το δείχνουν αμέσως, σε αυτή την παρέα φάνηκε ότι δεν ήμουν του δικού τους βεληνεκούς. Μέχρι να κατεβάσω δυο γουλιές απ’ τον καφέ μου σαν άνθρωπος προτίμησα να χαζεύω τους περαστικούς. Ήθελα όσο τίποτε άλλο να πετύχω κάναν γνωστό ώστε να έχω έναν λόγο να σηκωθώ και να φύγω. Κανένας δεν περνούσε. Γιατί όταν επιθυμείς κάτι δεν γίνεται ποτέ κι όταν κάτι δεν θέλεις να γίνει τότε γίνεται; Κοίταζα το ρολόι μου σχεδόν συνέχεια. Έλεγα να περάσει κάνα μισάωρο και να σηκωθώ να φύγω. Ο Στράτος δεν έλεγε καν να μου πει μια κουβέντα. Είχα έναν γνωστό σε αυτή την παρέα κι αυτός με άφηνε εκεί μόνη μου να κοιτάζω σαν την χαζή τριγύρω. Η Δανάη είχε καταφέρει να αποσπάσει την προσοχή του Στράτου. Πειράζονταν μεταξύ τους κι ας ήταν σε απόσταση ο ένας απ’ τον άλλον κι είχαν ξεχάσει ότι εκεί βρισκόταν η παρέα τους και τους πείραζε. Μόνο κάποιος άλλος αποφάσισε να τους «ξυπνήσει» και έτσι ο Στράτος άρχισε να μιλά για το πώς ήταν η θητεία του και το τι σκέφτεται να κάνει στο μέλλον του. Αοριστίες! Τίποτε συγκεκριμένο. Σκεφτόταν με την νέα σχολική περίοδο να τελειώσει την τελευταία τάξη του λυκείου που την είχε αφήσει πίσω’ λόγω του ατυχήματος, λόγω δουλειάς και εν τέλει λόγω στρατού. Και ίσως να κατάφερνε να βρει και μια απογευματινή δουλειά για το χαρτζιλίκι του. Η Δανάη άκουγε με προσοχή και σκεπτική. Ο Στράτος την πείραξε στα πόδια και της ζήτησε να έρθει να κάτσει δίπλα του. Ήταν η στιγμή που ήθελε έτσι να δώσει μια έμφαση στην συζήτηση ότι ό,τι θα έκανε στο εξής θα το έκανε μαζί με αυτήν δίπλα του. Εκείνη πεισματικά αρνιόταν να το κάνει. Ήταν ένα παιχνίδι τους που το συνέχισαν για κάμποσα λεπτά κι εκεί βρήκα την ευκαιρία να σηκωθώ επάνω:
- Εγώ πρέπει να αποχωρήσω –απευθύνθηκα στον Στράτο, με περιμένει αρκετή δουλειά κι έχει μείνει πίσω – απευθύνθηκα σε όλους τώρα.
Δεν γινόταν ο Στράτος να πει σε όλους μπροστά να καθίσω και δεν γινόταν για δεύτερη φορά να μου κλείσει τον δρόμο για να φύγω. Θα πήγαινε πάρα πολύ αν το έκανε και θα πρόσβαλε έτσι την Δανάη.
- Τότε να σε συνοδεύσω. Με ταξί δεν θα φύγεις; Με ρώτησε ο Στράτος.
- Ναι! Αλλά δεν είναι ανάγκη να με συνοδεύσεις. Μείνε εδώ με την παρέα σου. Του είπα.
Εκείνος δεν με άκουσε και σηκώθηκε. Η Δανάη φάνηκε να συμφωνεί με μένα. Πήγαινε πολύ να με συνοδεύσει ο Στράτος της. Και το έδειχνε έχοντας μισάνοιχτα τα θυμωμένα μάτια της. Ο Στράτος δεν άκουγε:
- Στράτο δεν είναι ανάγκη. Δεν είμαι μικρό παιδί για να χαθώ. Του ξαναείπα.
- Δεν ακούω τίποτε. Εγώ σε κάλεσα, εγώ και θα σε συνοδεύσω. Τελείωσε. Μου είπε.
- Στράτο. Όχι! Του είπε η Δανάη θυμωμένη.
Ο Στράτος έκανε πως δεν άκουσε παρά τα συνεχή ‘όχι’ της. Αποφάσισε να με συνοδεύσει και θα το έκανε ότι κι αν έλεγε η κοπέλα του. Καληνύχτισα όλη την παρέα κι ενώ όλοι ανταποκρίθηκαν η Δανάη γύρισε αλλού το πρόσωπο της μη ανεχόμενη να σπαταλήσει το σάλιο της για μένα. Χέστηκα! Ούτε στο ελάχιστο να υποχωρήσει, ούτε καν τυπική! Τι σκατά φοβόταν επιτέλους; Με είχε εξοργίσει η συμπεριφορά της. Την ανεχόμουν για ώρα υπομονετικά κι εκείνη ούτε που να με φτύσει, που λέει ο λόγος.
- Τα όχι της Δανάης ήταν για μένα, ε; Ρώτησα τον Στράτο όταν απομακρυνθήκαμε απ’ την καφετέρια.
- Όχι ρε! Είσαι καλά;
- Αλλά;
Απέφευγε να μου απαντήσει κάνοντας την κλασσική του κίνηση: άναψε τσιγάρο ξεφυσώντας τον καπνό αγχωμένος.
- Θα μου πεις; Επέμεινα.
- Για την Τόνια…
Η Τόνια που κολλούσε στην κουβέντα μας τώρα; Βολική σαν δικαιολογία.
- Α! Για την Τόνια! Είπα δύσπιστα.
- Καθόταν στην διπλανή καφετέρια και με χαιρέτησε.
- Η Τόνια! Ξαναείπα δύσπιστα.
- Ναι ρε!
Η απάντηση ‘ναι ρε’ για τον Στράτο κάλυπτε και τις δυο εκδοχές: και την αλήθεια και το ψέμα. Κι αυτή την στιγμή με κορόιδευε!
- Γιατί λες ψέματα; Δεν είδα να σε χαιρετά ή να χαιρετάς κανέναν.
Δεν μου απάντησε. Τι να πει; Ήθελε κάπως να δικαιολογήσει την συμπεριφορά της Δανάης. Και είχε δίκιο να είναι θυμωμένη αυτή την στιγμή. Αντί να με συνοδεύσει μέχρι τα όρια της καφετέριας, αποφάσισε να με συνοδεύσει μέχρι τα ταξί που ήταν πολύ παρακάτω. Όταν πια φτάσαμε στην πιάτσα άλλαξα γνώμη.
- Δεν θα πάρω ταξί. Θα πάω με τα πόδια. Δεν είμαι μακριά άλλωστε.
- Σίγουρα; Δεν φοβάσαι; Με ρώτησε και με ακολούθησε σε ένα στενοσόκακο προκειμένου να κόψω δρόμο.
Κοντοστάθηκα και γύρισα και τον κοίταξα. Άραγε ανησυχούσε πραγματικά για μένα ή ήταν απλά μια προσποίηση χάριν τυπικότητας;
- Αν ήταν αλλιώς τα πράγματα και ήσουν δίπλα μου, δεν θα είχα λόγο να φοβάμαι. Καλός πολίτης! Του ευχήθηκα και του έτεινα το χέρι για χειραψία …χάριν τυπικότητας!
Στεκόταν αμίλητος κοιτάζοντάς με. Δεν αντιδρούσε. Τράβηξα το χέρι μου ενοχλημένη που δεν έκανε τίποτε. Με πλησίασε τότε και με φίλησε στο μάγουλο λέγοντάς μου ‘ευχαριστώ’. Έμεινε εκεί κοντά μου σε απόστασης αναπνοής κοιτάζοντάς με. Τον φίλησα τρυφερά στα χείλη. Ήταν το μόνο που σκέφτηκα να κάνω εκείνη την στιγμή. Δέχθηκε το ξάφνιασμα, αλλά μετά από λίγο έκανε πίσω. Ήταν σαν να ξύπνησε…
- Όχι αυτό είναι λάθος! Μου είπε απαλά κοιτώντας με στα χείλη.
Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει. Ήταν εκεί κοντά μου κι εγώ δεν μπορούσα να τον αγγίξω; Γιατί; «Γιατί έδωσες μια κλωτσιά και τα έκανες όλα σμπαράλια;».
- Το ξέρω. Καν’ το για τελευταία φορά όμως. Φίλησέ με για μια τελευταία φορά και θα εξαφανιστώ. Σου υπόσχομαι να χαθώ απ’ την ζωή σου και να μην σε ξαναενοχλήσω.
Ήταν μπροστά μου και δεν τον είχα και τον παρακαλούσα. Τι φιλία να αντέξει έτσι όπως αισθανόμουν εγώ αυτή την στιγμή; «Γιατί με ακολούθησες; Τι θέλεις πια; Γιατί δεν με άφηνες να φύγω μόνη μου; Τι κάνεις εδώ μαζί μου;».
- Καλύτερα να φύγω. Θα με ψάχνει η άλλη.
Η ‘άλλη’ ήταν η Δανάη. Ήταν το τρίτο πρόσωπο που μπήκε ανάμεσά μας. Αλλά πώς να το ξέρει κι εκείνη, αφού ο ίδιος ήταν μπλεγμένος ανάμεσα στις δύο μας; Δεν άντεχα άλλο. Η υπομονή μου είχε ξεθυμάνει:
- Πριν φύγεις έχω κάτι να σου πω. Κάτι τελευταίο που πρέπει να ξέρεις…
Ήταν ήδη τελειωμένα όλα μεταξύ μας. Ήθελα σε αυτή την τελευταία μας επαφή να ξέρει τι αισθανόμουν, να ξέρει τι άφησε να γίνει όταν έπαιζε με την καρδιά μου και το μυαλό μου.
- Μαρίνα μην το κάνεις. Σου έχω εξηγήσει ότι δεν γίνεται.
Διαισθανόταν τι θα του έλεγα και τον τρόμαζε. Ήμουν αποφασισμένη όμως και δεν έκανα ούτε μισό βήμα πίσω:
- Δεν φταίω αν εσύ φοβήθηκες τα αισθήματά σου και διάλεξες να με βγάλεις απ’ την ζωή σου με την Δανάη. Ένα πράγμα όμως θέλω να ξέρεις…
Τον πλησίασα και πέρασα τα χέρια μου γύρω απ’ την μέση του. Ήθελα να τον έχω στην αγκαλιά μου για να ξέρει το πόσο τον νοιάζομαι. Δεν αντέδρασε:
- Σ’ αγαπώ… Είπα απαλά κοιτώντας τον στα μάτια.
- Όχι Μαρίνα. Σε παρακαλώ μη το λες.
Μου είπε και τραβήχτηκε πίσω. Τρόμαξε. Πρώτη φορά τον είδα μια τόσο όμορφη λέξη να την ακούει από εμένα και να τρομάζει στο άκουσμά της.
- Έτσι είναι. Έτσι αισθάνομαι. Σ’ αγαπώ και ήθελα να το ξέρεις. Δεν γινόταν να μην στο πω.
Δεν συνέχισα άλλο. Με έπνιγαν τα δάκρυά μου. Δεν περίμενα να αντιδράσει, να κάνει κάτι. Ήταν μια δύσκολη στιγμή και μάλλον συνειδητοποιούσε το τι κακό μου είχε κάνει. Είχα ακουμπήσει στον τοίχο του κτιρίου πίσω μου εκεί στο σοκάκι και σκούπιζα συνέχεια τα δάκρυά μου. Δεν είχα δύναμη να τον πλησιάσω ή να κάνω κάτι. Εκείνος πότε με κοιτούσε και πότε έβαζε την παλάμη του στο κεφάλι σαν τον πονούσε αυτό που του είχα πει κι έριχνε το βλέμμα του στον ουρανό. Δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Δεν ήξερε αν έπρεπε να με πλησιάσει ή να σηκωθεί να φύγει. Ακούμπησα το κεφάλι στον τοίχο προς τα πίσω και έκλεισα τα μάτια. Ήθελα να του δώσω την ευκαιρία να σηκωθεί και να φύγει. Να εξαφανιστεί. Να πετάξει ένα ‘δεν γίνεται λάθος κάνεις’ και να σηκωθεί να φύγει. Να δώσει ένα τέλος στην ιστορία μας. «Αν δεν μ’ αγαπάς, άσε με αυτή την στιγμή και πήγαινε στην άλλη κι άσε με να σ’ αγαπώ εγώ» σκεφτόμουν συνέχεια. Αρνιόμουν να ανοίξω τα μάτια. Τρόμαζα στην σκέψη πως όταν θα τα άνοιγα θα ήμουν μόνη μου. Άκουσα βήματα να περνάνε και να χάνονται. Βήματα βαριά, νωχελικά. Βήματα ανθρώπου που σκέπτεται. Χανόταν. Τα βήματά του χάνονταν στο σκοτάδι του δρόμου. Είχε φύγει λοιπόν. Αυτό ήταν.
Άνοιξα τα μάτια για να υποστώ την αλήθεια. Όσο σκληρή κι αν είναι καμιά φορά, είναι προτιμότερο να την αντιμετωπίζεις κατάματα, παρά να ζεις στο ψέμα. Αυτός που χανόταν μακριά δεν ήταν ο Στράτος. Ένας περαστικός ήταν. Κι ο Στράτος στεκόταν στην ίδια θέση μη μπορώντας να κάνει κάτι. Με κοιτούσε που έκλαιγα συνέχεια. Και δεν μπορούσε να με αφήσει εκεί να πονάω. Μόνη μου. Κάπου στο βάθος με αγαπούσε κι αυτός. Με πλησίασε. Με έκλεισε στην αγκαλιά του και τα χείλη μας ενώθηκαν σε ένα τρυφερό ζεστό φιλί. Μπορεί να μην ήθελε να το παραδεχτεί αλλά το φιλί του ήταν ένα «σ’ αγαπώ κι εγώ».
- Σ’ αγαπώ και δεν νομίζω ότι αυτό αλλάζει.
Του είπα μέσα στους λυγμούς μου εκεί επάνω στον ώμο του που είχα ακουμπήσει το κεφάλι μου.
- Ξέρεις πως δεν μπορώ να κάνω κάτι. Δεν γίνεται. Μου ξαναείπε.
Για μένα ήταν σαν μη μετρούσαν τα λόγια του πια. Ήξερα πως δεν υπήρχε περίπτωση να κάνει κάτι. Δεν του ζητούσα να κάνει κάτι. Αυτό που ήθελα ήταν να ξέρει. Μοιραστήκαμε πράγματα μαζί και ήθελα να ξέρει ποιο ήταν το αποτέλεσμα σε μένα. Ήδη είχε πάρει ένα κομμάτι του εαυτού μου κοντά του:
- Αν το ήξερα δεν θα επέτρεπα να αρχίσει αυτή η ιστορία. Είπα.
- Μαρίνα, με δυσκολεύεις. Είπε χαϊδεύοντας τα μαλλιά μου.
Τον φίλησα τρυφερά στο μάγουλο και ξέφυγα απ’ την αγκαλιά του. Αρκετά τον είχα δυσκολέψει. Εδώ τελείωναν όλα:
- Αντίο Στράτο. Ελπίζω να με θυμάσαι κάπου-κάπου.
Είπα και το έβαλα στα πόδια. Άνοιξα το βήμα μου αρνούμενη να γυρίσω το κεφάλι μου προς τα πίσω να τον κοιτάξω. Δεν ήθελα να δω τι κάνει. Η αλήθεια μου πονούσε πολύ. Ποτέ δεν φανταζόμουν ότι θα ήταν τόσο εύκολο αλλά και τόσο σκληρό να λες την αλήθεια, να ξεγυμνώνεις τα αισθήματά σου για να μην εισπράξεις τίποτε στο τέλος. Δεν γινόταν να μην ξέρει όμως. Δεν θα μπορούσα να υποφέρω την αλήθεια μου κρατώντας την κρυφή από αυτόν. Τον αγαπούσα κι ας μην υπήρξε ανταπόκριση, αρκεί που το ήξερε τώρα και για πάντα.
«Αντίο καρδιά μου»!






Κεφάλαιο 44

Δεν υπάρχουν σχόλια :